Μετάφραση του "bleichen" σε Ελληνικά
Οι λευκαίνω, χλωρίνη, ασπρίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bleichen" σε Ελληνικά.
-
λευκαίνω
verb(252) Veredeler: Sie bleichen, bedrucken und färben die Gewebe oder bearbeiten sie in anderer Weise.
(252) Εταιρείες φινιρίσματος: το υφασμένο ύφασμα λευκαίνεται, σταμπάρεται, βάφεται ή υφίσταται άλλη μεταποίηση.
-
χλωρίνη
Ammoniak und Bleichmittel, natürlich, bleichen Körperbehaarung.
Η αμμωνία και η χλωρίνη, λευκαίνουν τις τρίχες.
-
ασπρίζω
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ξεθωριάζω
- λευκαίνομαι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bleichen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
λεύκανση
nounSchälen, teilweises oder vollständiges Bleichen, Polieren und Glasieren von Getreide und Reis
η αποφλοίωση, η μερική ή ολική λεύκανση, η στίλβωση και το γυάλισμα δημητριακών και ρυζιού·
-
Χλωρίνη
Beseitigung oder Abschwächung unerwünschter Färbungen
Also wenn hier kein Blut ist, wieso dann all die Bleiche?
Οπότε αν δεν υπάρχει αίμα, γιατί όλη η χλωρίνη?
Φράσεις παρόμοιες με "bleichen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
λευκαντικό