Μετάφραση του "blickwinkel" σε Ελληνικά

Οι γωνία, πλευρά, θέα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "blickwinkel" σε Ελληνικά.

Blickwinkel noun masculine γραμματική

Die Position, von der ein Objekt angeblickt wird. [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • γωνία

    noun feminine

    Es gibt immer einen anderen Blickwinkel, eine andere Bedeutung.

    Υπάρχει πάντα άλλη μια γωνία, άλλο ένα νόημα.

  • πλευρά

    noun feminine

    Aus deinem Blickwinkel muss es sicher so aussehen.

    Από τη δικιά σου πλευρά έτσι πρέπει να φαίνεται.

  • θέα

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άποψη
    • οπτική γωνία
    • θεώρηση
    • θέση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " blickwinkel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "blickwinkel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη