Μετάφραση του "blinzeln" σε Ελληνικά

Οι βλεφαρίζω, βλεφαρίζω κάνω ματάκια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "blinzeln" σε Ελληνικά.

blinzeln verb γραμματική

Eines oder beide Augenlider schnell öffen und wieder schließen, oft mehrmals.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βλεφαρίζω

  • βλεφαρίζω κάνω ματάκια

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " blinzeln " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "blinzeln"

Φράσεις παρόμοιες με "blinzeln" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "blinzeln" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη