Μετάφραση του "blockieren" σε Ελληνικά
Οι αποκλεισμός, αποκλείω, κορμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "blockieren" σε Ελληνικά.
blockieren
verb
γραμματική
mauern (umgangssprachlich) [..]
-
αποκλεισμός
noun masculine -
αποκλείω
verbEr hat seinen Code eingegeben und die ganze Etage blockiert.
Έβαλε τον κωδικό του και απέκλεισε τον όροφο.
-
κορμός
noun -
μπλοκάρω
Ich versuchte, die Erinnerungen zu blockieren, aber jetzt weiß ich, dass ich mich erinnern muss.
Προσπάθησα να μπλοκάρω τις αναμνήσεις αλλά τώρα ξέρω ότι πρέπει να θυμάμαι.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " blockieren " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Blockieren
-
Αποκλεισμός
Φράσεις παρόμοιες με "blockieren" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Λίστα αποκλεισμένων χρηστών
-
Αποκλεισμένες επαφές · λίστα αποκλεισμού
-
κουμπί "Αποκλεισμός"
-
Αποκλεισμένος
-
Αλλαγή επιπέδου πρόσβασης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη