Μετάφραση του "boshaft" σε Ελληνικά

Οι μοχθηρός, κακόβουλος, κακός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "boshaft" σε Ελληνικά.

boshaft adjective γραμματική

giftig (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μοχθηρός

    masculine

    Bohan war damals schon genauso grausam und boshaft wie heute.

    Ο Bohan ήταν τότε κακόβουλες και μοχθηρός όπως είναι και τώρα.

  • κακόβουλος

    adjective masculine

    Aber ich versuche, nicht boshaft zu sein.

    Αλλά προσπαθώ να μην είμαι κακόβουλος.

  • κακός

    adjective masculine

    Seit kurzem schaffte er es auch, zum boshaftesten zu avancieren.

    Πρόσφατα, προσπαθεί να γίνει και ο πιο κακός.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κακεντρεχής
    • εμπαθής
    • κακοήθης
    • απεχθής
    • αντιπαθητικός
    • αποκρουστικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " boshaft " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "boshaft" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη