Μετάφραση του "buchen" σε Ελληνικά

Οι κλείνω, αγκαζάρω, κρατώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "buchen" σε Ελληνικά.

buchen adjective verb γραμματική

Jemanden für eine Veranstaltung anstellen.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κλείνω

    verb

    Ich sollte eine abgeschiedene Insel für die Zeremonie buchen.

    Πρέπει να βρω να κλείσω ένα ιδιωτικό νησί για την τελετή.

  • αγκαζάρω

    verb
  • κρατώ

    verb

    Das Unternehmen buchte selbst große Teile der verfügbaren festen Kapazitäten in seinem Gasfernleitungsnetz.

    Η επιχείρηση κράτησε για την ίδια μεγάλα τμήματα της σταθερής διαθέσιμης δυναμικότητας εισόδου στο δίκτυο μεταφοράς αερίου της.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βιβλίο
    • εγγράφω
    • κάνω κράτηση
    • οξιά
    • καταχώρηση
    • προκρατ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " buchen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Buchen noun γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Οξιά

    Das Dach bestand ebenfalls aus Buche und war mit Blech verkleidet.

    Παρόμοια, η σκεπή ήταν από οξιά και είχε επενδυθεί με φύλλα λαμαρίνας.

Φράσεις παρόμοιες με "buchen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "buchen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη