Μετάφραση του "chronologisch" σε Ελληνικά
Οι χρονολογικός, χρονολογικώς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "chronologisch" σε Ελληνικά.
chronologisch
adjective
γραμματική
(zeitlich) folgend
-
χρονολογικός
adjective -
χρονολογικώς
Angesprochen ist damit eine chronologisch und funktionell vorgelagerte Erscheinung, nämlich die „Verrechnung“, die den Gegenstand der zweiten Vorlagefrage bildet.
Αυτό θα συνέβαινε σε περίπτωση μιας χρονολογικώς και λειτουργικώς προγενέστερης της μετακυλίσεως «αντισταθμίσεως», αντικειμένου του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " chronologisch " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη