Μετάφραση του "dünn" σε Ελληνικά

Οι λεπτός, αδύνατος, αραιός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dünn" σε Ελληνικά.

dünn adjective γραμματική

überschaubar (iron.) (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • λεπτός

    adjective masculine

    Στενός σε μέγεθος. Ειδικά για ανθρώπους και ζώα, ορίζει κάποιον που έχει λίγο λίπος.

    Und für einige ist dieses Barriere viel zu dünn.

    Και για κάποιους, ότι εμπόδιο είναι πάρα πολύ λεπτή.

  • αδύνατος

    adjective

    Du bist so dünn geworden, sogar dein Kopf fühlt sich dünn an.

    Είσαι τόσο αδύνατος, που ακόμα και το κεφάλι σου έχει μικρύνει.

  • αραιός

    adjective

    Mom, die dünne Luft hier scheint dir zu Kopf zu steigen.

    Ο αραιός αέρας του βουνού σε έχει επηρεάσει.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ψιλός
    • λιγνός
    • φτενός
    • κοκαλιάρης
    • νερουλός
    • λιανός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dünn " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "dünn"

Φράσεις παρόμοιες με "dünn" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dünn" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη