Μετάφραση του "dauerhaft" σε Ελληνικά

Οι μόνιμος, διαρκής, ανθεκτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dauerhaft" σε Ελληνικά.

dauerhaft adjective γραμματική

ewiglich (veraltet) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μόνιμος

    adjective

    Es sei denn, du wachst nicht auf, dann ist es dauerhaft.

    Εκτός κι αν δεν ξυπνήσεις, οπότε θα είναι μόνιμο.

  • διαρκής

    adjective

    Bereits heute wird eine wahre und dauerhafte Bruderschaft aufgebaut.

    Μια αληθινή και διαρκής παγγήινη αδελφότητα σχηματίζεται ακριβώς τώρα!

  • ανθεκτικός

    adjective

    Papyrus hatte als Schreibmaterial einen großen Nachteil: Er war nicht sehr dauerhaft.

    Ως γραφική ύλη, ο πάπυρος παρουσίαζε ένα σοβαρό μειονέκτημα—δεν ήταν πολύ ανθεκτικός.

  • διηνεκής

    adjective m;f

    1. Unterstützung der wirtschaftlichen Entwicklung mit dem Ziel der Schaffung dauerhafter Arbeitsplätze,

    1. στήριξη μιας οικονομικής ανάπτυξης που δημιουργεί θέσεις εργασίας στο διηνεκές·

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dauerhaft " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "dauerhaft"

Φράσεις παρόμοιες με "dauerhaft" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dauerhaft" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη