Μετάφραση του "dienstlich" σε Ελληνικά

Οι υπηρεσιακός, επίσημος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dienstlich" σε Ελληνικά.

dienstlich
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπηρεσιακός

    adjective masculine

    Es gab daher laut dem OLAF keinen stichhaltigen dienstlichen Grund für diese Käufe.

    Συνεπώς, κατά την OLAF, δεν υπήρχε κανένας έγκυρος υπηρεσιακός λόγος για τέτοιου είδους αγορές.

  • επίσημος

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dienstlich " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dienstlich" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη