Μετάφραση του "dienstlich" σε Ελληνικά
Οι υπηρεσιακός, επίσημος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dienstlich" σε Ελληνικά.
dienstlich
-
υπηρεσιακός
adjective masculineEs gab daher laut dem OLAF keinen stichhaltigen dienstlichen Grund für diese Käufe.
Συνεπώς, κατά την OLAF, δεν υπήρχε κανένας έγκυρος υπηρεσιακός λόγος για τέτοιου είδους αγορές.
-
επίσημος
adjective masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dienstlich " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη