Μετάφραση του "differenzieren" σε Ελληνικά
Οι διακρίνω, διαφοροποιώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "differenzieren" σε Ελληνικά.
differenzieren
verb
γραμματική
einer anderen ... (z.B. Sorte) zuzuordnen sein
-
διακρίνω
verbSchließlich differenziere der spezifische Zoll auch nicht nach unterschiedlichen Güteklassen.
Τέλος, ο ειδικός δασμός δεν διακρίνει ούτε ανάλογα των διαφορετικών κατηγοριών ποιοτήτων.
-
διαφοροποιώ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " differenzieren " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη