Μετάφραση του "doof" σε Ελληνικά
Οι ηλίθιος, ηλίθια, βλάκας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "doof" σε Ελληνικά.
doof
adjective
γραμματική
weiß nicht (mehr), was er tut [..]
-
ηλίθιος
noun masculineWenn ich deine Tochter nüchtern treffe, hält sich mich für doof.
Αν δε χαλαρώσω, θα νομίζουν ότι είμαι ηλίθιος.
-
ηλίθια
adjective adverbOma erwartet, dass du dich von der doofen Decke getrennt hast, bevor sie kommt.
Η γιαγιά περιμένει να έχεις τελειώσει με αυτή την ηλίθια κουβέρτα πριν έρθει εδώ.
-
βλάκας
noun masculineDer Junge ist nicht so doof wie du denkst.
Ο μικρός δεν είναι τόσο βλάκας όσο νομίζεις.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ανόητος
- ηλίθιο
- χαζός
- σαχλός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " doof " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη