Μετάφραση του "duften" σε Ελληνικά

Οι αισθάνομαι, μυρίζω, μυρίζομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "duften" σε Ελληνικά.

duften verb γραμματική

(angenehm) riechen

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αισθάνομαι

    verb

    αντιλαμβάνομαι με τις αισθήσεις μου

  • μυρίζω

    verb

    Dieser Tee duftet gut.

    Αυτό το τσάι μυρίζει ωραία.

  • μυρίζομαι

    verb

    Dieser Tee duftet gut.

    Αυτό το τσάι μυρίζει ωραία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " duften " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "duften" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αρωματικός · ευωδιαστός · ευώδης · μυροβόλος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "duften" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη