Μετάφραση του "dumpf" σε Ελληνικά

Οι αμβλύς, βαθύς, υπόκωφος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dumpf" σε Ελληνικά.

dumpf adjective γραμματική

stumpf (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αμβλύς

    adjective

    Es ist mehr ein dumpfer Schmerz

    Είναι περισσότερο ένας αμβλύς πόνος... εσωτερικά

  • βαθύς

    adjective
  • υπόκωφος

    masculine

    Ein dumpfer Schlag, als sei...

    Κάτι σαν υπόκωφος θόρυβος ήταν...

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dumpf " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dumpf" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη