Μετάφραση του "dunkel" σε Ελληνικά

Οι σκοτεινός, σκούρος, ακατάληπτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dunkel" σε Ελληνικά.

dunkel adjective verb γραμματική

wischiwaschi (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σκοτεινός

    adjective masculine

    Es ist zu dunkel, um draußen zu spielen.

    Είναι πολύ σκοτεινά για να παίξουμε έξω.

  • σκούρος

    adjective

    Während sich die Schwärze des Nachthimmels in dunkles Blau verwandelt, sieht er kaum etwas.

    Καθώς ο κατάμαυρος νυχτερινός ουρανός γίνεται σκούρος μπλε, μόλις και μετά βίας μπορούμε να δούμε.

  • ακατάληπτος

    adjective
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ακατανόητος
    • μαύρο
    • βαθύς
    • βαθύχρωμος
    • μαύρος
    • μελαχρινός
    • αγέλαστος
    • μελανός
    • θολερός
    • μέλας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dunkel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Dunkel noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σκοτάδι

    noun neuter

    Tom hat Angst im Dunkeln.

    Ο Τομ φοβάται το σκοτάδι.

Φράσεις παρόμοιες με "dunkel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dunkel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη