Μετάφραση του "durchstreichen" σε Ελληνικά

Οι διαγράφω, εξαλείφω, επιγράμμιση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "durchstreichen" σε Ελληνικά.

durchstreichen verb γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαγράφω

    verb

    Der nicht benutzte Raum ist durchzustreichen, so daß spätere Ergänzungen unmöglich sind.

    Οι χώροι που δεν χρησιμοποιούνται πρέπει να διαγράφονται έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη κάθε μεταγενέστερη προσθήκη.

  • εξαλείφω

    Verb
  • επιγράμμιση

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " durchstreichen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "durchstreichen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη