Μετάφραση του "echt" σε Ελληνικά
Οι αυθεντικός, αληθινός, γνήσιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "echt" σε Ελληνικά.
echt
adjective
adverb
γραμματική
in facto (lat.) [..]
-
αυθεντικός
adjective masculineUnd unsere Experten sagen, er könnte ein echter sein.
Και οι ειδικοί μας λένε ότι μπορεί να είναι αυθεντικός.
-
αληθινός
adjective masculineIch sehe ihn vor mir, und er sieht so echt aus.
Τον βλέπω μπροστά μου και είναι τόσο αληθινός.
-
γνήσιος
masculineUnd viele Jugendliche zeigen für die Dienstvorrechte, die ihnen offenstehen, echte Wertschätzung.
Και πολλοί νεαροί δείχνουν γνήσια εκτίμηση για τα προνόμια υπηρεσίας που είναι διαθέσιμα γι’ αυτούς.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- καθαυτό
- πραγματικά
- πραγματικός
- πιστός
- άδολος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " echt " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "echt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Χοιροειδή
-
προσωπικά
-
σαμπάνια
-
Τελεόστεοι
-
αλιγάτορας
-
αράχνη · αραχνοειδή
-
Κάππαρη
-
Κροκόδειλος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη