Μετάφραση του "eckig" σε Ελληνικά
Οι γωνιοειδής, γωνιώδης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eckig" σε Ελληνικά.
eckig
adjective
γραμματική
-
γωνιοειδής
adjective -
γωνιώδης
Grobkörniges Gestein, das sich aus eckigen, in der Regel scharfkantigen und unverwitterten Gesteinstrümmern zusammensetzt.
Χονδρόκοκκο υλικό αποτελούμενο από γωνιώδη θραύσματα πετρωμάτων· τα θραύσματα έχουν συνήθως αιχμηρά άκρα και άφθαρτες γωνίες.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " eckig " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "eckig" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αριστερή αγκύλη
-
αγκύλες
-
αγκύλη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη