Μετάφραση του "ehrenwert" σε Ελληνικά
Οι τίμιος, αξιότιμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ehrenwert" σε Ελληνικά.
ehrenwert
Adjective
γραμματική
honorig (veraltend) [..]
-
τίμιος
adjective masculineIch drohe ihr immer, sie zum Rathaus zu schleifen, um sie zu einer ehrenwerten Frau zu machen.
Ακόμα την απειλώ πως θα τη σύρω στο δημαρχείο και θα την κάνω τίμια γυναίκα.
-
αξιότιμος
adjectiveUnser ehrenwerter Kollege hat von Regionalstolz gesprochen.
Ο αξιότιμος συνάδελφός μας μίλησε για τοπική υπερηφάνεια.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ehrenwert " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη