Μετάφραση του "eigenschaft" σε Ελληνικά

Οι ιδιοκτησία, ιδιότητα, χαρακτηριστικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eigenschaft" σε Ελληνικά.

eigenschaft
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιδιοκτησία

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " eigenschaft " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Eigenschaft noun Noun feminine γραμματική

Spezifikum (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιδιότητα

    noun feminine

    Attribut eines Objekts, verwendet in der Logik, Mathematik und Philosophie

    Das Blut enthält eine einzigartige Eigenschaft, die die Gerinnung vollständig verhindert.

    Αυτό το αίμα έχει μια ιδιότητα που εμποδίζει τελείως την πήξη.

  • χαρακτηριστικό

    noun neuter

    Diese Behandlung ist nur zulässig, wenn die sonstigen natürlichen organoleptischen Eigenschaften nicht verändert werden.

    Η επεξεργασία αυτή επιτρέπεται μόνον εφόσον δεν αλλοιώνονται τα άλλα φυσικά οργανοληπτικά χαρακτηριστικά.

  • ποιότητα

    noun feminine

    Das ist die Eigenschaft, die mir an deinem Onkel zuerst auffiel.

    Η ποιότητα είναι που με τράβηξε πρώτα στο θείο σου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • χαρακτηριστικό γνώρισμα
    • κτήμα

Φράσεις παρόμοιες με "eigenschaft" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "eigenschaft" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη