Μετάφραση του "einbrecher" σε Ελληνικά
Το διαρρήκτης είναι η μετάφραση του "einbrecher" σε Ελληνικά.
Einbrecher
noun
masculine
γραμματική
der zuschlägt, wenn man nicht zu Hause ist
-
διαρρήκτης
Noun masculineOscar hier, er ist ein Einbrecher und auch nicht sehr gut darin.
Ο Όσκαρ, είναι διαρρήκτης και δεν είναι και καλός σ'αυτό.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " einbrecher " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη