Μετάφραση του "einfrieren" σε Ελληνικά

Οι παγώνω, πάγωμα, πάγωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "einfrieren" σε Ελληνικά.

einfrieren verb γραμματική

nicht weiterkommen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • παγώνω

    verb

    Verhindern, dass es sich hier noch mal einfrieren lässt.

    Είτε σωθούμε, είτε όχι, δεν θα το αφήσουμε να παγώσει.

  • πάγωμα

    noun

    Der Erlass sieht ferner vor, die Naturdüngererzeugung und den Viehbestand in Flandern auf dem Niveau von 1992 einzufrieren.

    Το διάταγμα προβλέπει επίσης πάγωμα της παραγωγής κοπριάς και των μονάδων ζωικού κεφαλαίου στη Φλάνδρα στα επίπεδα του 1992.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " einfrieren " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Einfrieren
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πάγωμα

    Ferner werden die kontroversen Ansichten über das Einfrieren der Entwicklungshilfe erörtert.

    Συζητούνται επίσης οι επίμαχες απόψεις που εκφράστηκαν σχετικά με το πάγωμα της παροχής αναπτυξιακής βοήθειας.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "einfrieren" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη