Μετάφραση του "eingehend" σε Ελληνικά

Οι λεπτομερής, εις βάθος, πλατύς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eingehend" σε Ελληνικά.

eingehend adjective verb γραμματική

en détail (franz.)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • λεπτομερής

    adjective

    In den Analysenberichten müssen die gewählten Vorbehandlungsmethoden eingehend geschildert werden.

    Στις εκθέσεις της αναλύσεως περιγράφονται κατά λεπτομερή τρόπο οι μέθοδοι προκατεργασίας που χρησιμοποιήθηκαν.

  • εις βάθος

    Ich möchte mich mit dieser Angelegenheit eingehend befassen und keine unangebrachte Position vertreten.

    Θα ήθελα να μελετήσω το θέμα εις βάθος και να μη λάβω άτοπη θέση.

  • πλατύς

    adjective
  • σε βάθος

    Sofern eine Kombination einen neuen Wirkstoff enthält, muss dieser zuvor eingehend untersucht worden sein.

    Εάν ένας συνδυασμός περιλαμβάνει κάποια νέα δραστική ουσία, η τελευταία πρέπει προηγουμένως να μελετάται σε βάθος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " eingehend " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "eingehend" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "eingehend" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη