Μετάφραση του "einheimisch" σε Ελληνικά

Οι ιθαγενής, ντόπιος, αυτόχθον είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "einheimisch" σε Ελληνικά.

einheimisch adjective γραμματική

indigen (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιθαγενής

    adjective masculine

    Das Polnische Rotvieh wird als einzige einheimische Rinderrasse betrachtet, die in Polen gezüchtet wird.

    Η εν λόγω φυλή αναγνωρίστηκε ως η μόνη ιθαγενής φυλή βοοειδών που εκτρέφεται στην Πολωνία.

  • ντόπιος

    adjective masculine

    Ich bin nur ein einheimischer Junge, der die Stadt, die er liebt, vor Gericht verteidigt.

    Είμαι ένας ντόπιος, και υπερασπίζομαι την πόλη που αγαπώ στα Δικαστήρια.

  • αυτόχθον

    noun neuter

    - Der letzte einheimische BSE-Fall liegt mindestens sieben Jahre zurück, und

    - το τελευταίο αυτόχθον κρούσμα ΣΕΒ εμφανίσθηκε προ 7 και πλέον ετών 7 και είτε

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γηγενής
    • εγχώριος
    • ενδημικός
    • εντόπιος
    • ιθαγενές
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " einheimisch " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "einheimisch" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "einheimisch" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη