Μετάφραση του "einladen" σε Ελληνικά

Οι προσκαλώ, καλώ, jemanden auf etwas einladen είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "einladen" σε Ελληνικά.

einladen verb γραμματική

sich mit jmdm. unterhalten [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • προσκαλώ

    verb

    Jemanden zur Anwesenheit oder Teilnahme auffordern oder bitten

    Warum müssen wir eigentlich alle aus der Abschlussklasse einladen?

    Μπαφ, δε βλέπω γιατί πρέπει να προσκαλέσουμε όλους τους τελειόφοιτους.

  • καλώ

    verb

    Sie hat einfach meine Mitschüler eingeladen, ohne zu fragen.

    Πήγε και κάλεσε αυτά τα παιδιά από το Τσίλτον.

  • jemanden auf etwas einladen

    προσκαλώ

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κερνώ
    • φορτώνω
    • δελεάζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " einladen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Einladen γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρόσκληση

    noun feminine

    Mr. Reed hat mich Eingeladen.

    Είμαι εδώ ύστερα από πρόσκληση του κυρίου Ριντ.

  • κάλεσμα

    noun neuter

    Es werden Aktivitäten unterstützt, die zur Reflexion über gemeinsame Werte im weitesten Sinne einladen; Vielfalt wird dabei berücksichtigt.

    Πρόκειται να στηρίζει δραστηριότητες οι οποίες απευθύνουν κάλεσμα για προβληματισμό σχετικά με κοινές αξίες υπό την ευρύτερη δυνατή έννοια, λαμβάνοντας υπόψη τη διαφορετικότητα.

  • Πρόσκληση

    Mr. Reed hat mich Eingeladen.

    Είμαι εδώ ύστερα από πρόσκληση του κυρίου Ριντ.

  • προσκαλώ

    verb

    Warum müssen wir eigentlich alle aus der Abschlussklasse einladen?

    Μπαφ, δε βλέπω γιατί πρέπει να προσκαλέσουμε όλους τους τελειόφοιτους.

Φράσεις παρόμοιες με "einladen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "einladen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη