Μετάφραση του "eintreten" σε Ελληνικά
Οι μπαίνω, αρχίζω, γίνομαι μέλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eintreten" σε Ελληνικά.
eintreten
verb
γραμματική
eintreten (für) [..]
-
μπαίνω
verbAls Ihr Schiff in unsere Umlaufbahn eintrat, wurde es ein legitimes Ziel.
To σκάφoς σας αφότoυ μπήκε στην τρoχιά μας έγινε στόχoς.
-
αρχίζω
verbWas auf der anderen Seite passiert ist, fängt nun an hier einzutreten.
Ό, τι συμβαίνει στο άλλο σύμπαν άρχισε να συμβαίνει και εδώ.
-
γίνομαι μέλος
Sara wurde Mitglied der geheimen Organisation, die sie trainiert hat eine Assassinin zu sein, 50 Jahre bevor sie ursprünglich eintrat.
Η Σάρα έγινε μέλος της μυστικής οργάνωσης... που την εκπαίδευσε να γίνει εκτελεστής, 50 χρόνια προτού μπει αρχικά.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εισέρχομαι
- επέρχομαι
- συμβαίνω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " eintreten " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "eintreten"
Φράσεις παρόμοιες με "eintreten" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επερχόμενος
-
είσοδος · ερχομός · προσχώρηση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη