Μετάφραση του "einzeln" σε Ελληνικά

Οι μεμονωμένος, ξεχωριστός, μονός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "einzeln" σε Ελληνικά.

einzeln adjective adverb γραμματική

(jeder) einzeln [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μεμονωμένος

    Sie waren somit, gleichgültig, ob einzeln oder insgesamt betrachtet, unangemessen.

    Θεωρούμενες μεμονωμένως ή στο σύνολό τους, οι ρήτρες αυτές ήταν ανεπιεικείς.

  • ξεχωριστός

    adjective

    Es wurde also jede Art erschaffen und nicht jede einzelne Unterart.

    Έτσι, αυτά που δημιουργήθηκαν ήταν τα είδη των ζώων, όχι κάθε ξεχωριστός τύπος τους.

  • μονός

    adjective masculine

    Ein einzelner Zähler kann die Stundenzahl von zwei oder mehr Fehlfunktionen aufzeichnen, die dieser Art von Zähler entsprechen.

    Ο μονός μετρητής μπορεί να συσσωρεύει τον αριθμό ωρών 2 ή περισσότερων δυσλειτουργιών που σχετίζονται με τον συγκεκριμένο τύπο μετρητή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διάφορος
    • χωριστός
    • απλός
    • ενικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " einzeln " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "einzeln" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "einzeln" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη