Μετάφραση του "einzig" σε Ελληνικά

Οι μοναδικός, μόνο, μόνος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "einzig" σε Ελληνικά.

einzig adjective adverb γραμματική

unverwechselbar (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μοναδικός

    adjective masculine

    Που είναι ο μόνος του είδους του.

    Ihr einziges Hobby ist das Sammeln von Briefmarken.

    Το μοναδικό της χόμπι είναι η συλλογή γραμματοσήμων.

  • μόνο

    adverb neuter

    Tom war der einzige, der die Antwort kannte.

    Ο Τομ ήταν ο μόνος που γνώριζε την απάντηση.

  • μόνος

    adjective masculine

    Tom war der einzige, der die Antwort kannte.

    Ο Τομ ήταν ο μόνος που γνώριζε την απάντηση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αποκλειστικός
    • αποκλειστικά
    • μονάκριβος
    • μοναδικό
    • μεμονωμένος
    • μοναδική
    • μόνη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " einzig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "einzig" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "einzig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη