Μετάφραση του "ekel" σε Ελληνικά

Οι σιχασιά, αηδία, αποστροφή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ekel" σε Ελληνικά.

ekel verb
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σιχασιά

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ekel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Ekel noun Noun masculine neuter γραμματική

fieser Typ (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αηδία

    noun feminine

    Empfindung von Abneigung mit Widerwillen

    Seine Hand auf meinem Körper lässt mich vor Ekel würgen.

    Το χέρι του πάνω στο σώμα μου με αναγουλιάζει από αηδία.

  • αποστροφή

    noun feminine

    In EKEL erforschte er einen verwirrten Geist.

    Στο " Αποστροφή ", ερεύνησε ένα ταραγμένο μυαλό.

  • απέχθεια

    noun feminine

    Er besteht in einer heftigen Abneigung oder einem Widerwillen gegen das Böse, in einem tiefen Abscheu oder einem ausgesprochenen Ekel davor.

    Είναι μια ισχυρή αντιπάθεια, μια άκρα αποστροφή, μια ζωηρή απέχθεια για το κακό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σίχαμα
    • σιχασιά
    • αναγούλα
    • ναυτία
    • σιχαμάρα

Φράσεις παρόμοιες με "ekel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ekel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη