Μετάφραση του "elastisch" σε Ελληνικά
Οι ελαστικός, εύκαμπτος, ευέλικτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "elastisch" σε Ελληνικά.
elastisch
adjective
γραμματική
unter Dampf stehen (umgangssprachlich)
-
ελαστικός
masculineKein Wunder, daß er so leicht und elastisch ist!
Δεν είναι λοιπόν περίεργο το ότι είναι τόσο ελαφρός και ελαστικός!
-
εύκαμπτος
neuter -
ευέλικτος
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ανθεκτικός
- ευλύγιστος
- λαστιχένιος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " elastisch " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "elastisch" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ελαστική δόνηση
-
ελαστική ζήτηση
-
ελαστική προσφορά
-
ελαστική δύναμη
-
ελαστικά κύματα
-
ελαστικότητα · επαναπροσαρμοστικότητα · επανατακτικότητα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη