Μετάφραση του "elternlos" σε Ελληνικά
Οι ορφανός, χωρίς γονείς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "elternlos" σε Ελληνικά.
elternlos
Adjective
γραμματική
Keine lebenden oder bekannten Eltern habend.
-
ορφανός
adjective -
χωρίς γονείς
Oft gibt es staatliche oder private Stellen, die sich um elternlose oder verlassene Kinder kümmern.
Συχνά, υπάρχουν κρατικοί ή ιδιωτικοί φορείς που σκοπό έχουν την παροχή βοήθειας σε παιδιά τα οποία είναι χωρίς γονείς ή εγκαταλειμμένα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " elternlos " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "elternlos" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ορφανός · πεντάρφανος
-
ορφανός · πεντάρφανος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη