Μετάφραση του "endlich" σε Ελληνικά

Οι επιτέλους, τελικά, εν τέλει είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "endlich" σε Ελληνικά.

endlich adjective adverb γραμματική

unterm Strich (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιτέλους

    adverb

    Tom und Maria beschlossen endlich zu heiraten.

    Ο Τομ και η Μαίρη επιτέλους αποφάσισαν να παντρευτούν.

  • τελικά

    adverb

    Und vielleicht finde ich endlich auch etwas, das mein ist.

    Ίσως τελικά μπορώ να βρω κάτι που να είναι δικό μου.

  • εν τέλει

    Ich dachte, du schläfst endlich mal wieder mit mir.

    Νόμισα ότι εν τέλει θα κοιμόσουν πάλι μαζί μου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πεπερασμένος
    • πια
    • πλέον
    • πεπερασμένο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " endlich " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "endlich" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "endlich" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη