Μετάφραση του "endogen" σε Ελληνικά

Το ενδογενής είναι η μετάφραση του "endogen" σε Ελληνικά.

endogen Adjective γραμματική

Im Innern erzeugt oder gewachsen oder von Innen herstammen.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενδογενής

    adjective masculine

    - Sie ist endogen, d.h. sie beruht auf der Nutzung der besten, nicht nur materiellen, Ressourcen, die in den betreffenden Gebieten vorhanden sind.

    - ενδογενής, βασίζεται δηλαδή στην αξιοποίηση των καλύτερων υφιστάμενων πόρων, και όχι μόνο των υλικών, των ενδιαφερόμενων περιοχών 7

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " endogen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "endogen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη