Μετάφραση του "eng" σε Ελληνικά

Οι στενός, σφιχτός, κολλητός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eng" σε Ελληνικά.

eng adjective γραμματική

(sehr) nah [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • στενός

    adjective masculine

    Von geringer Breite.

    Ein solcher Mechanismus sollte daher in enger Zusammenarbeit mit den Rechteinhabern angestrebt werden.

    Οι μηχανισμοί αυτοί πρέπει επομένως να ενθαρρυνθούν, σε στενή συνεργασία με τους κατόχους των δικαιωμάτων.

  • σφιχτός

    adjective
  • κολλητός

    Adjective

    Vielleicht bin ich so eng mit Raj, weil er nicht denkt, er wäre smarter als ich.

    Ίσως είμαι κολλητός με τον Ραζ επειδή δεν νομίζει ότι είναι εξυπνότερος από μένα.

  • στενεύω

    Sie hat abgenommen, also nähe ich es ihr enger.

    Έχασε πολλά κιλά και το στενεύω για αυτήν.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " eng " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "eng"

Φράσεις παρόμοιες με "eng" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "eng" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη