Μετάφραση του "entbinden" σε Ελληνικά

Οι απαλλάσω, απελευθέρωση, αποδεσμεύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "entbinden" σε Ελληνικά.

entbinden verb γραμματική

niederkommen (mit) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • απαλλάσω

  • απελευθέρωση

    noun feminine

    Ihr wisst, dass der Tod einen von dem Ehegelöbnis entbindet.

    Ξέρεις, ο θάνατος είναι τυπικά μια απελευθέρωση από τους γαμήλιους όρκους.

  • αποδεσμεύω

    Abgesehen von der Abberufung nach Ziffer D.i) endet die Tätigkeit des Treuhänders erst, wenn die Kommission ihn von seinen Aufgaben entbunden hat.

    Ανεξαρτήτως της απαλλαγής κατ’ εφαρμογή του σημείου Δ(i), η δραστηριότητα του εντολοδόχου παύει μόλις η Επιτροπή τον αποδεσμεύσει από τα καθήκοντά του.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γεννώ
    • ελευθερώνω
    • εξαιρώ
    • ξεγεννώ
    • απαλλάσσω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " entbinden " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "entbinden" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "entbinden" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη