Μετάφραση του "entfachen" σε Ελληνικά

Οι ανάβω, εξάπτω, ξυπνώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "entfachen" σε Ελληνικά.

entfachen verb γραμματική

mit sich bringen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανάβω

    verb

    Ich entfache meine eigenen Feuer.

    Ανάβω μόνος μου τις φωτιές.

  • εξάπτω

  • ξυπνώ

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " entfachen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "entfachen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη