Μετάφραση του "entsalzen" σε Ελληνικά
Οι αφαλατώνω, ξαρμυρίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "entsalzen" σε Ελληνικά.
entsalzen
Den Salzgehalt von etwas ganz oder teilweise entfernen.
-
αφαλατώνω
-
ξαρμυρίζω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " entsalzen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη