Μετάφραση του "entwerten" σε Ελληνικά

Οι ακυρώνω, υποτιμώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "entwerten" σε Ελληνικά.

entwerten Verb verb γραμματική

zusammenstauchen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακυρώνω

    verb

    entwerten das Original der Gesundheitsbescheinigung gemäß Artikel 3 Absatz 1 Buchstabe a oder ziehen dieses aus dem Verkehr.

    ακυρώνει ή αποσύρει το πρωτότυπο υγειονομικό πιστοποιητικό που αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο α).

  • υποτιμώ

    ich entwerte also ihre Währung.

    και άρα υποτιμώ νόμισμά τους.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " entwerten " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "entwerten" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη