Μετάφραση του "erarbeiten" σε Ελληνικά
Οι αναπτύσσω, επεξεργάζομαι, κατακτώ κάτι με σκληρή δουλειά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "erarbeiten" σε Ελληνικά.
erarbeiten
verb
γραμματική
ersinnen (gehoben)
-
αναπτύσσω
Verb verbFür die Einsammlung und Unschädlichmachung muss ein System erarbeitet werden.
Θα πρέπει να αναπτυχθεί ένα σύστημα για τη συλλογή και την εξουδετέρωση τους.
-
επεξεργάζομαι
Angesichts der bevorstehenden millenium round ist es höchste Zeit, konkrete Reformvorschläge zu erarbeiten.
Εν όψει του επικείμενου γύρου συζητήσεων για τη χιλιετηρίδα, είναι καιρός να επεξεργασθούμε συγκεκριμένες προτάσεις για μεταρρύθμιση.
-
κατακτώ κάτι με σκληρή δουλειά
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " erarbeiten " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη