Μετάφραση του "erbringen" σε Ελληνικά

Οι προσκομίζω, αποφέρω, Παρέχω αποφέρω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "erbringen" σε Ελληνικά.

erbringen verb γραμματική

abwerfen (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • προσκομίζω

    verb

    Für viele „alte Sorten“ sind diese Nachweise nicht zu erbringen.

    Για πολλές «παλαιές ποικιλίες» δεν μπορούν να προσκομίζονται αυτές οι αποδείξεις.

  • αποφέρω

    verb

    Andererseits kann die horizontale Zusammenarbeit erheblichen wirtschaftlichen Nutzen erbringen.

    Από την άλλη πλευρά, η οριζόντια συνεργασία μπορεί να αποφέρει σημαντικά οικονομικά οφέλη.

  • Παρέχω αποφέρω

    eine Dienstleistung erbringen

  • προσάγω

    Ein solcher Nachweis ist entsprechend den Rechtsvorschriften des Mitgliedstaats zu erbringen, in dem die Ausfuhranmeldung angenommen wurde.

    Η απόδειξη αυτή προσάγεται κατά τις ειδικές διατάξεις του Κράτους μέλους, στο οποίο έγινε δεκτή η δήλωση εξαγωγής.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " erbringen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "erbringen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη