Μετάφραση του "erregt" σε Ελληνικά
Οι καυλωμένος, αναστατωμένος, ξαναμμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "erregt" σε Ελληνικά.
erregt
adjective
Adjective
verb
adverb
γραμματική
wild begeistert (Verstärkung) (umgangssprachlich) [..]
-
καυλωμένος
adjective -
αναστατωμένος
adjectiveIhr Mann kam erregt nach Hause, nachdem er bei dem Toten war?
ο άντρας σας γύρισε αναστατωμένος που είχε συναντήσει στη θάλασσα τον Καρλ
-
ξαναμμένος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " erregt " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "erregt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ιλιγγιώδης
-
ανησυχητικός
-
εντυπωσιακός
-
προκαλώ αίσθηση
-
αηδιάζω
-
ανάβω · αναστατώνω · διεγείρω · ερεθίζω · ξεσηκώνω · ξυπνώ
-
τα σχέδιά του προκάλεσαν γενική δυσαρέσκεια
-
διεγερτικός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη