Μετάφραση του "erretten" σε Ελληνικά
Οι διορθώνω, σώζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "erretten" σε Ελληνικά.
erretten
Verb
γραμματική
erretten (aus, von) [..]
-
διορθώνω
Verb -
σώζω
verbNur er weiß, warum er einen Feind sandte, uns zu erretten.
Μόνο γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους έστειλε έναν εχθρό για να μας σώσει.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " erretten " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη