Μετάφραση του "erretten" σε Ελληνικά

Οι διορθώνω, σώζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "erretten" σε Ελληνικά.

erretten Verb γραμματική

erretten (aus, von) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • διορθώνω

    Verb
  • σώζω

    verb

    Nur er weiß, warum er einen Feind sandte, uns zu erretten.

    Μόνο γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους έστειλε έναν εχθρό για να μας σώσει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " erretten " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "erretten" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη