Μετάφραση του "erstmalig" σε Ελληνικά

Οι πρώτη φορά, πρώτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "erstmalig" σε Ελληνικά.

erstmalig adjective adverb γραμματική

Zum ersten Mal.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρώτη φορά

    104. „Inverkehrbringen“ das erstmalige Bereitstellen eines Fahrzeugs, Systems, Bauteils oder einer selbstständigen technischen Einheit in der Europäischen Union;

    104. «διάθεση στην αγορά»: διάθεση για πρώτη φορά ενός οχήματος, συστήματος, μηχανικού μέρους ή χωριστής τεχνικής μονάδας για πρώτη φορά στην Ένωση·

  • πρώτος

    adjective

    Die erstmalige Festsetzung der Zölle gemäß Artikel 1 Buchstabe a erfolgt innerhalb von drei Tagen nach Veröffentlichung dieser Verordnung.

    Ο πρώτος καθορισμός των δασμών, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 στοιχείο α), πραγματοποιείται εντός τριών ημερών από την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος κανονισμού.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " erstmalig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "erstmalig" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "erstmalig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη