Μετάφραση του "erwachsen" σε Ελληνικά

Οι ενήλικος, ηλικιώνομαι, απορρέω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "erwachsen" σε Ελληνικά.

erwachsen adjective verb γραμματική

erwachsen (aus)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενήλικος

    noun

    Wenn man erwachsen ist, muss man schwere Entscheidungen treffen.

    Όταν είσαι ενήλικος, πρέπει να κάνεις δύσκολες αποφάσεις.

  • ηλικιώνομαι

    verb
  • απορρέω

    Jeder hat das Recht auf Schutz der geistigen und materiellen Interessen, die ihm als Urheber von Werken der Wissenschaft, Literatur oder Kunst erwachsen.

    Καθένας έχει το δικαίωμα να προστατεύονται τα ηθικά και υλικά συμφέροντα του που απορρέουν από κάθε είδους επιστημονική, λογοτεχνηκή ή καλλιτεχνική παραγωγή του.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μεγάλος
    • προκύπτω
    • μεγαλώνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " erwachsen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "erwachsen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "erwachsen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη