Μετάφραση του "etabliert" σε Ελληνικά

Οι εγκατεστημένος, καθιερωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "etabliert" σε Ελληνικά.

etabliert Adjective verb γραμματική

(der) gute alte (...) (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εγκατεστημένος

    In Dänemark begann der etablierte Betreiber 1999, einen Dienst für Endkunden anzubieten.

    Στη Δανία, ο εγκατεστημένος φορέας εκμετάλλευσης άρχισε να προσφέρει υπηρεσίες λιανικής το 1999.

  • καθιερωμένος

    Für einen etablierten Emittenten wären Auktionen die bevorzugte Emissionsvariante.

    Για τους καθιερωμένους εκδότες η προτιμώμενη εναλλακτική επιλογή για την έκδοση θα είναι ο πλειστηριασμός.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " etabliert " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "etabliert" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • εγκαθιστώ · ιδρύω · καθιερώνω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "etabliert" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη