Μετάφραση του "ether" σε Ελληνικά
Οι αιθέρες, αιθέρας, Αιθέρες είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ether" σε Ελληνικά.
-
αιθέρες
nounTannine und ihre Salze, Ether, Ester und andere Derivate
Ταννίνες και τα άλατα, οι αιθέρες, εστέρες και άλλα παράγωγά τους
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ether " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Oxid eines Kohlenwasserstoffs
-
αιθέρας
noun masculineDer Ether wird im Anschluß an die vorangegangene Extraktion zum Spülen des Vorstosses der vom Rohr gelösten Armatur verwendet.
Ο αιθέρας χρησιμοποιείται προς έκπλυση του μακρού εσωτερικού σκέλους του εξαρτήματος παρά την απόσπαση του εξαρτήματος από το σωλήνα μετά την προηγούμενη εκχύλιση.
-
Αιθέρες
Klasse organischer Verbindungen
— alicyclische Ether und ihre Halogen-, Sulfo-, Nitro- oder Nitrosoderivate:
— Αιθέρες κυκλανικοί, κυκλενικοί, κυκλοτερπενικοί και τα αλογονωμένα, σουλφονωμένα, νιτρωμένα ή νιτριδωμένα παράγωγά τους: