Μετάφραση του "ewig" σε Ελληνικά

Οι αιώνιος, αιώνια, παντοτινός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ewig" σε Ελληνικά.

ewig adjective adverb γραμματική

nicht kaputtzukriegen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αιώνιος

    adjective masculine

    Es gibt den ewigen, den poetischen, der unser ist.

    Είναι ο αιώνιος, ο ποιητικός, που είναι δικός μας.

  • αιώνια

    adjective adverb

    Die ewige Stille dieser unendlichen Weltenräume flößt mir schreckliche Angst ein.

    Η αιώνια σιωπή αυτών των άπειρων χώρων με τρομάζει.

  • παντοτινός

    adjective

    Da es damals so etwas wie Zeit nicht gab, war es eine ewige Ehe.

    Ήταν ένας παντοτινός γάμος, διότι δεν υπήρχε η έννοια του χρόνου όταν έλαβε χώρα η τελετή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αιωνίως
    • συνεχώς
    • παντοτινά
    • πάντοτε
    • διαρκής
    • αέναος
    • άίδιος
    • πάντα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ewig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ewig" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ewig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη