Μετάφραση του "führend" σε Ελληνικά
Το πρωτοπόρος είναι η μετάφραση του "führend" σε Ελληνικά.
führend
adjective
verb
γραμματική
(der) erste
-
πρωτοπόρος
AdjectiveEuropa wird jetzt als weltweit führend in digitalen zellularen Systemen angesehen.
Η Ευρώπη θεωρείται σήμερα ο παγκόσμιος πρωτοπόρος στα ψηφιακά κυψελωτά συστήματα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " führend " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "führend" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άγω · διαθέτω · διεξάγω · διευθύνω · διοικώ · είχα μια συζήτηση · ηγούμαι · κουμαντάρω · κρατώ · κυβερνώ · ξεναγός · ξεναγώ · οδηγώ · πιλοτάρω · πλοηγώ · πουλώ · προηγούμαι · τηρώ · φέρνω · φέρω · χειρίζομαι
-
όλοι οι δρόμοι οδηγούν στη Ρώμη
-
πολεμώ
-
διάγω έκλυτο βίο
-
παίζω ηγετικό ρόλο
-
οδηγώ μηχανοκίνητο όχημα
-
κρατώ ημερολόγιο
-
όλοι οι δρόμοι οδηγούν στη Ρώμη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη