Μετάφραση του "führend" σε Ελληνικά

Το πρωτοπόρος είναι η μετάφραση του "führend" σε Ελληνικά.

führend adjective verb γραμματική

(der) erste

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρωτοπόρος

    Adjective

    Europa wird jetzt als weltweit führend in digitalen zellularen Systemen angesehen.

    Η Ευρώπη θεωρείται σήμερα ο παγκόσμιος πρωτοπόρος στα ψηφιακά κυψελωτά συστήματα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " führend " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "führend" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "führend" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη