Μετάφραση του "fahren" σε Ελληνικά
Οι πηγαίνω, οδηγώ, πάω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fahren" σε Ελληνικά.
fahren
verb
γραμματική
zugange sein (umgangssprachlich) [..]
-
πηγαίνω
verbπηγαίνω
Dein Wagen fährt schnell, aber mein Wagen fährt schneller.
Το αυτοκίνητό σου πάει γρήγορα αλλά το δικό μου αυτοκίνητο πηγαίνει γρηγορότερα.
-
οδηγώ
verbTom fährt sehr schnell.
Ο Τομ οδηγεί πολύ γρήγορα.
-
πάω
verbIch habe vor, nächstes Jahr nach Frankreich zu fahren.
Σκοπεύω να πάω στη Γαλλία το επόμενο έτος.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αναχωρώ
- κινούμαι
- μεταφέρω
- παίρνω
- περνώ
- πλέω
- κυκλοφορώ
- οχούμαι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fahren " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "fahren"
Φράσεις παρόμοιες με "fahren" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άγω · διαθέτω · διεξάγω · διευθύνω · διοικώ · είχα μια συζήτηση · ηγούμαι · κουμαντάρω · κρατώ · κυβερνώ · ξεναγός · ξεναγώ · οδηγώ · πιλοτάρω · πλοηγώ · πουλώ · προηγούμαι · τηρώ · φέρνω · φέρω · χειρίζομαι
-
όλοι οι δρόμοι οδηγούν στη Ρώμη
-
πολεμώ
-
διάγω έκλυτο βίο
-
ποιος θα οδηγήσει;
-
κάνω ποδήλατο · ποδηλατώ
-
πηγαίνω με το λεωφορείο
-
καλό ταξίδι!
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη