Μετάφραση του "fassen" σε Ελληνικά
Οι αιχμαλωτίζω, πιάνω, σύλληψη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fassen" σε Ελληνικά.
schnappen (umgangssprachlich) [..]
-
αιχμαλωτίζω
verb -
πιάνω
verbDu bist nicht sicher, bevor die Polizei ihn nicht gefasst hat.
Δέν θά είσαι άσφαλής ώσπου νά τόν πιάσουν!
-
σύλληψη
noun feminineAber erst konzentrieren wir uns darauf, Escobar zu fassen.
Προς το παρόν, ας εστιάσουμε τις προσπάθειές μας στη σύλληψη του Εσκομπάρ.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εντάσσω
- αρπάζω
- δένω
- κάνω
- πιάνω | κρατάω απο το χέρι
- συλλαμβάνω
- χωρώ
- υπάγω
- συνέρχομαι
- ηρεμώ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fassen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
πιάσιμο
Fassen des Sitzes an hinterer Ecke beim Auseinanderklappen
Πιάσιμο του οριζόντιου τμήματος του καθίσματος στην πίσω γωνία κατά το άνοιγμα
-
σύλληψη
nounGleichzeitig mußten sie sehr vorsichtig sein, damit sie von den japanischen Behörden nicht gefaßt wurden.
Ταυτόχρονα, έπρεπε να είναι πολύ επιφυλακτικοί για να αποφύγουν τη σύλληψη από τις ιαπωνικές αρχές.
Εικόνες με "fassen"
Φράσεις παρόμοιες με "fassen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Καμπύλη που γεμίζει το χώρο
-
βαρελίσια μπύρα
-
παίρνω απόφαση · παίρνω μια απόφαση
-
μεταφορικά_το ποτύρι ξεχείλισε
-
πήρα μια απόφαση
-
συνοπτικός
-
ντραφτ
-
μην το πιάνεις!